reth_clouds.jpg
 

 

 

 

Η ΑΓΟΡΑ ΑΛΛΑΝΤΙΚΩΝ - ΚΡΕΑΤΩΝ
14/02/06

Έρευνα της Stat Bank για τον κλάδο Αλλαντικών - Κρεάτων

 

 

Για δεύτερη φορά σε διάστημα λίγων μηνών η ελληνική πτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να δεχθεί ένα ισχυρό χτύπημα λόγω της γρίπης των πτηνών. Και αυτό σε μια περίοδο που ο κλάδος έδειχνε να κερδίζει πόντους απέναντι στον ανταγωνισμό από τις άλλες κατηγορίες κρέατος και στις τάξεις των παραγωγών υπήρχε βάσιμη η ελπίδα για ανάπτυξης του κλάδου και ενίσχυση της κατανάλωσης, η οποία πριν την κρίση υπολογίζονταν μεταξύ 210-220 χιλ. τόνων.

Οι επιχειρηματίες του κλάδου εκτιμούν ότι σε αυτή τη φάση αναμένεται κάμψη της παραγωγής έως και το 40% για το αμέσως επόμενο διάστημα και έως ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο αν και εκφράζεται η ελπίδα ότι η νέα κρίση θα ξεπεραστεί χωρίς να υπάρξει πτώση της ζήτησης ανάλογη με αυτή που είχε παρουσιαστεί στην περίπτωση των Οινουσσων οπότε επί 1,5 μήνα είχε καταγραφεί πτώση από 50-80% στην κατανάλωση.

 

Στο βαθμό που η κρίση ξεπεραστεί χωρίς να υπάρξουν μεγάλες απώλειες οι ελληνικές πτηνοτροφικές επιχειρήσεις ελπίζουν σε αναπτυξιακή πορεία τα επόμενα χρόνια, ειδικά σε δυο βασικές κατηγορίες ειδών:

* Η πρώτη είναι τα προψημένα που πλέον δεν αντιμετωπίζονται με την καχυποψία του παρελθόντος και το βασικότερο διευκολύνουν το βεβαρημένο από τις επαγγελματικές υποχρεώσεις πρόγραμμα της Ελληνίδας νοικοκυράς.

* Η δεύτερη κατηγορία έχει να κάνει με τα αυγά, η αγορά των οποίων αν και από πλευράς κατανάλωσης χαρακτηρίστηκε για χρόνια από σταθερότητα, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ενισχυμένη.

 

Παράλληλα όμως παρατηρείται και μια σημαντική στροφή των καταναλωτών από την αγορά της λαϊκής προς το σούπερ μάρκετ, από το ανώνυμο δηλαδή αβγό προς το επώνυμο, αφού πλέον είναι το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί την ποιότητα που αποζητά ο καταναλωτής. Ιδιαίτερα στον τομέα αυτό έχει στραφεί ο ανταγωνισμός των εταιρειών επενδύοντας στις απαραίτητες υποδομές, ώστε να προσφέρει προϊόν διασφαλισμένης ποιότητας.

Πέρυσι οι καταναλωτές στην Ελλάδα - Έλληνες και τουρίστες- δαπάνησαν περί τα 320 εκατ. ευρώ για την αγορά 1,2 δις. αυγών. Αν και η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση στη χώρα ανέρχεται στα 145 αβγά, απέχει αισθητά από άλλα κράτη όπως για παράδειγμα την Αγγλία όπου φθάνει τα 260 και την Αμερική (300 τεμάχια).

Στην Ελλάδα η ετήσια παραγωγή κινείται στους 110.000 τόνους που παράγονται από ένα δυναμικό 7-8 εκατ. πτηνών. Οι μονάδες παραγωγής αβγών χωροταξικά βρίσκονται σε ποσοστό 54% στην περιφέρεια Αττικής, 11% στο νομό Κορινθίας, 7,5% στο νομό Θεσσαλονίκης. Το κομμάτι της παραγωγής που οδεύει προς την μεταποίηση ανέρχεται περίπου σε 12.000 τόνους.

Τρεις είναι οι μεγάλες βιομηχανίες-κτηνοτροφικές μονάδες που απασχολούνται με την παραγωγή αυγών και συγκεκριμένα οι εταιρείες Βλαχάκης, Μέγαφαρμ, και Χρυσά Αβγά, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 15% της συνολικής κατανάλωσης. Εκτός όμως από τις παραπάνω δραστηριοποιούνται και άλλες 3.000 περίπου μικρομεσαίες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις που βρίσκονται διάσπαρτες σε όλη την χώρα. Από την άλλη, οι εισαγωγές στο χώρο κινούνται σε πολύ μικρά επίπεδα και γίνονται εποχικά (κυρίως την περίοδο του Πάσχα), ενώ σε χαμηλά επίπεδα κινούνται και οι εξαγωγές.

Το στοιχείο που έως τώρα κρατά περιορισμένη την κατανάλωση αβγών είναι η εκτίμηση ότι το αβγό ανεβάζει τα επίπεδα της χοληστερίνης, άποψη που όμως αντικρούεται από την επιστήμη τα τελευταία χρόνια. Πρόβλημα για τον κλάδο αποτελεί η συνεχής αύξηση των τιμών των δημητριακών σε παγκόσμιο επίπεδο έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους παραγωγής του προϊόντος αλλά και η χαμηλή τιμή λιανικής του προϊόντος, που κινείται οριακά πάνω από το κόστος παραγωγής.

 

 

Όσον αφορά στο σύνολό του πτηνοτροφικού κλάδου οι βασικότερες επιχειρήσεις είναι οι εξής:

* Η εταιρεία Hellenic Quality Foods, που ανήκει στον όμιλο Φιλίππου και προήλθε από την εξαγορά του ενεργητικού της εταιρείας επώνυμων συσκευασμένων κοτόπουλων Αφοί Μιμίκου ΑΕ. Η HQF είναι μία υπερσύγχρονη και πλήρως καθετοποιημένη εταιρεία, όπου παράγει 9.000 κοτόπουλα την ώρα. Παράλληλα διατηρεί περί τις 150 και πλέον φάρμες, οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες σε 4.500 στρέμματα ιδιόκτητης γης στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, όπου τοποθετούνται 40 εκατ. νεοσσοί το χρόνο. Στόχος της είναι να παραμείνει στο νωπό ελληνικό κοτόπουλο σε μια πιο εξελιγμένη όμως μορφή και πάντα συσκευασμένη. Δηλαδή πέρα από το πλήρες προϊόν να διευρύνει την γκάμα των τεμαχισμένων ειδών που μπορούν να προκύψουν από το κοτόπουλο.

* Η γιαννιώτικη εταιρεία Θ. Νιτσιάκος αποτελεί μία από τις δυναμικότερες παρουσίες στο χώρο, έχοντας στη δικαιοδοσία της δύο σφαγεία. Ειδικότερα το δεύτερο που βρίσκεται στην περιοχή Νιργίτα Σερρών, με παραγωγική δυναμικότητα περί των 2.500 πτηνών την ώρα πρόκειται να αποτελέσει το εφαλτήριο εισόδου της εταιρείας στα Βαλκάνια. Οσον αφορά την μελλοντική της στρατηγική θα κινηθεί πάνω σε τέσσερις βασικές παραμέτρους και συγκεκριμένα εκσυγχρονισμό της παραγωγής, ανάπτυξη του δικτύου, δημιουργία νέων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και ανάπτυξη ειδικών εκτροφών πουλερικών.

* Ο Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Ιωαννίνων Πίνδος βραβεύτηκε πρόσφατα από την ΠΑΣΕΓΕΣ για τη συμβολή του στην προώθηση της συνεταιριστικής ιδέας και επιχειρηματικότητας. Διαθέτει δικό της δίκτυο διανομών και με ιδιόκτητο στόλο εκατόν πενήντα φορτηγών ψυγείων προωθεί καθημερινά τα προϊόντα της σε 4.500 σημεία σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στην Ελλάδα έχει δημιουργήσει 15 υποκαταστήματα - κέντρα διανομής στις μεγαλύτερες πόλεις όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Πάτρα, Ιωάννινα, Λάρισα, Τρίκαλα, Αγρίνιο, Χανιά, Ηράκλειο κλπ. Ο όγκος των έως τώρα εξαγωγικών δραστηριοτήτων του Συνεταιρισμού, εντοπίζεται κυρίως στα Βαλκάνια- Βουλγαρία, Σκόπια, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία.

 

 

Το κρέας και τα αλλαντικά

 

Ωφελημένες από την κάμψη της ζήτησης των πουλερικών βγήκαν οι υπόλοιπες κατηγορίες κρέατος αλλά και τα αλλαντικά. Η τελευταία περιλαμβάνει όλα τα εγχώριος παραγόμενα προϊόντα επεξεργασίας νωπού κρέατος, το μερίδιο των οποίων διαμορφώνεται ως εξής: Βραστά 40%, Ολόκληρα μέρη κρέατος (ζαμπόν) 17%, Ωρίμανσης 13%, Γαλοπούλα 28% και διάφορα 2%.
Αν και τα τελευταία χρόνια η κατά κεφαλήν κατανάλωση αυξήθηκε στα 8 κιλά περίπου θεωρείται σχεδόν αδύνατο να πλησιάσει το αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αγγίζει τα 19 κιλά. Αυτό ωστόσο, δεν σημαίνει εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, ότι τα αλλαντικά έπιασαν «οροφή». Το αντίθετο, η συστηματική προβολή των αλλαντικών από τις εμπλεκόμενες εταιρείες αλλά και η διεύρυνση των εταιρειών εστίασης θα συμβάλλουν στην αύξηση του τελικού μεγέθους της κατανάλωσης.
Σήμερα η εγχώρια ζήτηση ανέρχεται σε περίπου 75.000 τόνους ή σε περίπου 320 εκατ. ευρώ και αναμένεται ότι την περίοδο 2005-2006 θα αυξηθεί μεταξύ 4%-5%. Ούτε σε αυτό τον κλάδο απουσιάζουν οι εισαγωγές που είναι όμως ως επί το πλείστον κονσέρβες ενώ ο βαθμός διείσδυσής τους δεν ξεπερνά το 10%..
Μολονότι παραδοσιακά ο κλάδος χαρακτηρίζεται από πληθώρα επιχειρήσεων, οι παίκτες που αποκομίζουν την μερίδα του λέοντος από τις συνολικές πωλήσεις είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Υπολογίζεται, ότι μόλις 10 εταιρείες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% του συνολικού τζίρου, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες εκτιμάται ότι ενίσχυσαν αθροιστικά το μερίδιό τους από 5% έως και 10%. Η εξέλιξη αυτή είναι απόρροια της χρεοκοπίας της ΒΕΚΚΑ και του εν μέρει παροπλισμού της Αλλαντοβιομηχανίας Θράκης. Η τελευταία βρίσκεται σε καθεστώς επιτροπείας με τις πιστώτριες τράπεζες να έχουν πάρει τα ηνία στα χέρια τους. Αν και τα προϊόντα Θράκη εξακολουθούν να πωλούνται από τα ψυγεία των σούπερ μάρκετ και μάλιστα η εταιρεία Ελγέκα ανέλαβε την διανομή τους, ειδήμονες της αγοράς θεωρούν ότι είναι πολύ δύσκολο να επανακάμψει πλήρως.

Η δεύτερη παράμετρος που σαφώς και συνέβαλε στην ενίσχυση των μεριδίων των βασικότερων παικτών αφορά κατά πρώτον την δυναμική ανάπτυξη των private label στα σούπερ μάρκετ, των οποίων ουσιαστικά είναι και παραγωγοί, και κατά δεύτερο την διείσδυση σε νέες αλλά πολλά υποσχόμενες κατηγορίες, όπως το βιολογικό κρέας, τα προϊόντα που παράγονται με λάδι και η πίτσα. Ειδικότερα για την τελευταία αξίζει να αναφερθεί ότι ενώ πριν από μία διετία περίπου αποτελούσε σχεδόν αποκλειστικό πεδίο δράσης για την εταιρεία Υφαντής, σήμερα κινούνται δυναμικά και με αξιώσεις τόσο η Νίκας όσο και η Creta Farm.

 

Ο εμπλουτισμός της γκάμας των προϊόντων τους αλλά και η ενίσχυση του εξαγωγικού τους προφίλ αποτελούν τις βασικότερες κατευθύνσεις της στρατηγικής που έχουν χαράξει οι μεγάλοι παίκτες.

- Χαρακτηριστικά η Creta Farm λανσάρισε τη σειρά Family η οποία εντάσσεται στην κλασσική κατηγορία αλλαντικών και ουσιαστικά σηματοδότησε την είσοδό της σε ένα προϊόν από το οποίο απουσίαζε αυτό της μορταδέλας. Εντωμεταξύ από φέτος ξεκίνησε να δραστηριοποιείται και στην αγορά της πίτσας από την οποία προσδοκά βασιζόμενη και στο πολύ καλό της προσφερόμενο προϊόν σε διψήφιο μερίδιο τα επόμενα χρόνια. Στα άμεσα στρατηγικά πλάνα του ομίλου περιλαμβάνεται και η καλύτερη εκμετάλλευση στο εξωτερικό της πανευρωπαϊκής πατέντας που ελέγχει με το προϊόν Εν Ελλάδι που στηρίζεται στο παρθένο ελαιόλαδο. Στέλεχος της εταιρείας αναμένει βάσει του προαναφερόμενου προϊόντος σχεδόν διπλασιασμό των εξαγωγών. Καθοριστικής σημασίας, όσον αφορά την παρουσία της εταιρείας στο εξωτερικό αποτελεί και η συμφωνία συνεργασίας που σύναψε με τον όμιλο Carrefour, προκειμένου να προμηθεύει κάποια καταστήματα του τελευταίου με δικά της είδη.

- Στο λανσάρισμα νέων προϊόντων στα αλλαντικά αλλά και ειδών που ουσιαστικά δημιουργούν νέες κατηγορίες , όπως για παράδειγμα τα έτοιμα γεύματα «Στο Πιάτο» έχει στρέψει το ενδιαφέρον του ο όμιλος Νίκας, ενώ προγραμματίζει ακόμη πιο δυναμική είσοδος στα τυροκομικά που έχει αποκτήσει σημαντική παρουσία με το παραδοσιακό τυρί «Εκ Δομοκού». Παράλληλα, η κατάκτηση ηγετικής θέσης ήταν και είναι πρωταρχικός στόχος της διοίκησης, που μάλλον ψύχραιμα αντιμετώπισε την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το φετινό διάστημα στα δύο της εργοστάσια στην Κύπρο και τη Fyrom. Σύμφωνα με πληροφορίες η διοίκηση βρίσκεται σε επαφές για εξαγορά μονάδας στη Σερβία, ενώ σε φάση υλοποίησης βρίσκονται και οι επενδύσεις της στην μονάδα που λειτουργεί στη Ρουμανία. Οι στόχοι ανάπτυξης στη διετία 2005-2006 είναι 12% για τις πωλήσεις, 12,5% για τα κέρδη προ τόκων και αποσβέσεων και 20% για τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας.

- Η σύναψη επιπλέον εμπορικών συμφωνιών για την προμήθειας αλυσίδων του λιανεμπορίου με αλλαντικά και σαλάτες αποτελεί βασική προτεραιότητα της στρατηγικής της εταιρείας Υφαντής. Σήμερα ο όμιλος με τα είδη του προμηθεύει το 90% των σούπερ μάρκετ ενώ σημαντικές είναι οι συμφωνίες που έχει κλείσει για την προμήθεια των Everest και Γρηγόρη. Στο μεταξύ ο όμιλος ετοιμάζεται να προχωρήσει στην εκμετάλλευση των νέων εγκαταστάσεων που απέκτησε μόλις πέρυσι στην Κηφισιά και πρόκειται για έναν παρακείμενο χώρο δίπλα στην υφιστάμενη μονάδα του. Από πλευράς οικονομικών μεγεθών ο όμιλος εκτιμά ότι το 2005 ο τζίρος θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο έναντι του 2004 που έκλεισε στα 44 εκατ. ευρώ –δεν περιλαμβάνεται το μέγεθος της θυγατρικής στη Ρουμανία- και θα βελτιωθούν τα προ φόρων καθαρά κέρδη σε ποσοστό 8-10%.

- Σε ανανέωση τριών συσκευασιών της κεφτεδάκια, μπιφτέκι (hamburger) και μπιφτέκι light προχώρησε η εταιρία ΒΙ.Κ.Η. Τα προϊόντα αυτά, εντάσσονται στα έτοιμα - ημιέτοιμα φαγητά της ΒΙ.Κ.Η και αποτελούν μια γρήγορη, εύκολη και εύγευστη λύση για κάθε νοικοκυρά και όχι μόνο. Διατίθενται σε συσκευασίες των 800, 600 και 560 γραμμαρίων αντίστοιχα.


Κρέας


Σταθερά πρώτο στις προτιμήσεις των καταναλωτών εξακολουθεί να είναι το χοιρινό κρέας. Ακολουθεί το βοδινό κρέας, ενώ στην Τρίτη και την τέταρτη θέση βρίσκονται αντίστοιχα το αιγοπρόβειο και τα κοτόπουλα. Η αξία της συγκεκριμένης αγοράς είναι σχεδόν διπλάσια από αυτή των αλλαντικών φθάνοντας έτσι μεταξύ 500-600 εκατ. ευρώ. Το περιθώριο κέρδους, όμως είναι σημαντικά χαμηλότερο από τα προηγούμενα. Συν το χρόνω τα ηνία στην αγορά παίρνουν οι καθετοποιημένες επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς της παραγωγής κρέατος (από την εκτροφή ζώων ως την τυποποίηση κρέατος και την παραγωγή κρεατοπαρασκευασμάτων ή αλλαντικών)».

Συγκριτικά με τα αλλαντικά, στο κρέας οι παίκτες είναι ακόμη λιγότεροι και αυτό διότι είναι περισσότερο ανεπτυγμένη η φιλοσοφία της ιδίας παραγωγής, εκτροφής και σφαγής εκτός των δύο μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα και Θεσσαλονίκη). Μία εξίσου σημαντική διαφορά έναντι των αλλαντικών είναι ότι οι εισαγωγές κρέατος και ειδικότερα από τη Γαλλία λόγω και Carrefour- ακολουθούν αναπτυξιακούς ρυθμούς και περιορίζονται μόνο όταν ξεσπούν οι γνωστές διατροφικές κρίσεις.

 

Πηγή: Ηλεκτρονική εφημερίδα της STATBANK


 

 

ON LINE Σύμβουλος/Επικαιρότητα


 


 

 

 



powered by HOTSoft.gr
ίντερνετ, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες