reth_night.jpg
 

 

 

 

Η ΕΓΧΩΡΙΑ ΑΓΟΡΑ ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΩΝ ΠΟΤΩΝ
13/04/05

Έρευνα της STAT BANK

για την εγχώρια αγορά αλκοολούχων ποτών


Στάσιμοι παραμένουν εδώ και αρκετά χρόνια οι τζίροι στην αγορά αλκοολούχων ποτών. Η μείωση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης και η στροφή προς ποτά με μικρότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ, η στασιμότητα στον τουρισμό και ο περιορισμός των νυκτερινών εξόδων των Ελλήνων είναι τρεις από τις βασικές αιτείες που τα τελευταία χρόνια οι εισαγωγείς αλκοολούχων ποτών βλέπουν τα έσοδά τους να μην αυξάνονται. Από την άλλη πλευρά η πρόσφατη αύξηση του φόρου κατανάλωσης αποτελεί ένα ακόμα χτύπημα για τον κλάδο.

Κινητικότητα βέβαια υπάρχει. Σε ένα πρώτο επίπεδο αφορά τις ίδιες τις εταιρείες, που γνωρίζοντας ότι η «πίτα» δε μεγαλώνει προσπαθούν με διαφημιστικές εκστρατείες να αποσπάσουν μερίδια από τους ανταγωνιστές τους. Τα τελευταία χρόνια, μετά από τις μεγάλες συγχωνεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στον κλάδο διεθνώς, τα περισσότερα σήματα πέρασαν στον έλεγχο λίγων μεγάλων πολυεθνικών. Αυτό το γεγονός είχε συνέπειες και στην ελληνική αγορά. Ορισμένες εταιρείες έκλεισαν, άλλες συγχωνεύθηκαν και πλέον δημιουργήθηκε μια μικρή ομάδα επιχειρήσεων (θυγατρικές ξένων ομίλων στη συντριπτική τους πλειονότητα) που είναι κυρίαρχες και μάχονται για υψηλότερες πωλήσεις. Σε μια προσπάθεια, μάλιστα να αποσπάσουν μερίδια δια... της πλαγίας οδού και προκειμένου να διευρύνουν την γκάμα τους, έριξαν στην αγορά πριν από μερικά χρόνια μια νέα γενιά ποτών, τα λεγόμενα ready to drink (αναψυκτικά με αλκοόλ). Με αυτά τα προϊόντα, που υπακούουν στη διεθνή τάση για ποτά με μικρότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ, προσπάθησαν να αποσπάσουν μερίδιο από «γειτονικές» αγορές (μπίρα, κρασί). Τα RtD κέρδισαν γρήγορα αξιόλογα μερίδια αγοράς, αλλά το 2004 εμφανίστηκαν και τα πρώτα σημάδια στασιμότητας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, συνεχίζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των «κλασσικών» εισαγωγέων και των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Τα τελευταία με αυτόνομες εισαγωγές και όπλο τη χαμηλή τιμή έχουν καταφέρει να αποσπάσουν σημαντικά μερίδια σε αρκετές κατηγορίες ποτών. Η συγκυρία άλλωστε τα ευνοεί. Η κρίση που όλοι παραδέχονται ότι υπάρχει στη νυκτερινή ζωή της Αθήνας και η μείωση της κατανάλωσης στα καταστήματα έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται το μερίδιο της κατ’ οίκον κατανάλωσης, ενώ λόγω της οικονομικής στενότητας ο παράγοντας τιμή βαραίνει όλο και περισσότερο για τον καταναλωτή. Ως αποτέλεσμα αυξάνεται και η διαπραγματευτική ισχύς των αλυσίδων, που πλέον μπορούν να διεκδικούν περισσότερες εκπτώσεις από τους εισαγωγείς.

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλκοολούχων ποτών τις τελευταίες δεκαετίες μειώνεται και εκτιμάται ότι πλέον κινείται στα όρια των 8 λίτρων (έναντι 10+ λίτρα τη δεκαετία του ’90), ποσότητα που κατατάσσει τη χώρα μας σε μια από τις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης.

Το ουίσκι θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως το εθνικό μας ποτό, αφού η Ελλάδα είναι πρώτη σε κατά κεφαλήν κατανάλωση σε όλο τον κόσμο. Η αύξηση του μεγέθους της αγοράς του ουίσκι είναι σχετικά μικρή, όμως παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια τάση προς τα premium ουίσκι και τα malts, καθώς οι καταναλωτές οδηγούνται σε επιλογές με γνώμονα την ποιότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλες τις ώριμες αγορές. Tα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια επιστροφή και προς το ούζο, που σταδιακά επανακτά έδαφος στις προτιμήσεις των Ελλήνων, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Ετσι, με βάση τις εκτιμήσεις των εταιρειών, το ουίσκι είναι πρωταγωνιστής με μερίδιο που υπερβαίνει το 40%, ενώ το ούζο βρίσκεται στη δεύτερη θέση έχοντας ξεπεράσει προ πολλού το 20%. Λικέρ, βότκα και μπράντι κινούνται κοντά στο 10%, ενώ πολύ μικρότερο κομμάτι της αγοράς αποσπούν το τζιν και το ρούμι.

Το 2005 ουδείς περιμένει σημαντική αύξηση στην αγορά. Αλλωστε οι «δομικές» αιτίες που έχουν οδηγήσει σε στασιμότητα τον κλάδο δε διαφοροποιούνται. Με δεδομένη την οικονομική πίεση οι καταναλωτές δεν αναμένεται να αυξήσουν τις εξόδους τους. Τα πρώτα μηνύματα για το φετεινό καλοκαίρι δεν αφήνουν περιθώρια για μεγάλη αισιοδοξία σε ό,τι αφορά τους ξένους επισκέπτες στη χώρα μας. Αν και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι τουρίστες που θα προτιμήσουν την Ελλάδα θα είναι πιο πολλοί συγκριτικά με το 2004, η αύξηση αυτή δεν αναμένενεται να είναι μεγαλύτερη του 5%. Κατά συνέπεια ούτε οι εταιρείες διακίνησης αλκοολούχων ποτών μπορούν να ποντάρουν πολλά σε αυτή την εξέλιξη.

Τα οικονομικά αποτελέσματα

Ελάχιστα πράγματα άλλαξαν σε επίπεδο οικονομικών μεγεθών για τις εταιρείες εμπορίας ποτών. Τζίροι και κέρδη αυξήθηκαν το 2003 στα όρια του πληθωρισμού, οι διαφορές σε επίπεδο αποδόσεων ήταν επίσης οριακές, ενώ ίδια κεφάλαια και υποχρεώσεις αυξήθηκαν με ανάλογο ρυθμό.

Ο κλάδος συμμετέχει στις 1000 μεγαλύτερες εμπορικές εταιρείες με δεκαεννέα μέλη του, τα οποία χωρίζονται ουσιαστικά σε δύο επιμέρους ομάδες. Από τη μια πλευρά είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες εκμεταλλευόμενες τα σήματα που αντιπροσωπεύουν πραγματοποιούν υψηλούς τζίρους έχοντας παράλληλα υψηλά περιθώρια κέρδους. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και μικρότερες εταιρείες που έχουν ως αντικείμενο τη διανομή ποτών σε περιφερειακό επίπεδο. Οι τελευταίες, αν και καταγράφουν σημαντικούς τζίρους, έχουν σαφώς πιο περιορισμένα περιθώρια κέρδους.

Συνολικά, οι δεκαεννέα αυτές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν το 2003 πωλήσεις ύψους 720 δισ. ευρώ από 681 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, αύξηση σε ποσοστό 5,82%. Ταυτόχρονα διευρύνθηκε οριακά το μεικτό περιθώριο κέρδους (στο 26,65%), καθώς τα μεικτά κέρδη των επιχειρήσεων είχαν μεγαλύτερη άνοδο από αυτή του τζίρου (7,98% από 5,82%).

Το όφελος από την εξέλιξη αυτή ωστόσο ροκανίστηκε από τη σημαντική αύξηση των εξόδων διοικητικής λειτουργίας και διαθέσεως των προϊόντων, τα οποία σκαρφάλωσαν στα 146,3 εκατ. ευρώ από 134,8 εκατ. ευρώ.

Μικρές απώλειες σημειώθηκαν και στο χρηματοοικονομικό ισοζύγιο. Τα έσοδα από τόκους και συμμετοχές περιορίστηκαν στις 508 χιλ. ευρώ. Η μείωση αυτή δε σηματοδοτεί ουσιαστική απώλεια για τις εταιρείες, καθώς ούτως ή άλλως οι σχετικές εισπράξεις ήταν ανέκαθεν περιορισμένες (941 χιλ. ευρώ το 2002). Πολύ μικρή ήταν και η επιπλέον επιβάρυνση για την αποπληρωμή των δανείων, καθώς το συγκεκριμένο κονδύλι από 5,33 εκατ. ευρώ ανέβηκε σε 5,42 εκατ. (μεταβολή μόλις 1,74%). Η κερδοφορία δέχθηκε ένα ακόμα πλήγμα από την αύξηση των αποσβέσεων στα 4,14 εκατ. ευρώ ή 15,94% υψηλότερα από τη χρήση του 2002.

Ολα αυτά συντέλεσαν στο να περιοριστεί ο ρυθμός αύξησης των κερδών κάτω από τον αντίστοιχο των πωλήσεων και συγκεκριμένα στο 3,76%. Τα προ φόρου κέρδη ύψους 37,1 εκατ. ευρώ που παρουσίασαν οι δεκαεννέα εταιρείες διαμορφώνουν το μέσο περιθώριο κέρδους στο 5,15% από 5,25%. Με δεδομένη την κατά 9,55% άνοδο των ιδίων κεφαλαίων (έφτασαν τα 90,66 εκατ. ευρώ) περιορίστηκε και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων στο 40,96% ή κάτι παραπάνω από δυο ποσοστιαίες μονάδες. Παρά την πτώση, τα δύο αυτά μεγέθη παραμένουν αρκετά υψηλότερα από τον μέσο όρο του εμπορίου, δείγμα του ότι παρά τη στασιμότητα των τελευταίων χρόνων τα αλκοολούχα ποτά εξακολουθούν να δίνουν υψηλά περιθώρια κέρδους και σημαντικές αποδόσεις.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο για τις εταιρείες είναι η σημαντική αύξηση των δανειακών βαρών, η οποία ως ποσοστό υπερβαίνει αυτή των ιδίων κεφαλαίων. Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ήταν το 2003 περίπου 12,5% περισσότερες φτάνοντας τα 347,4 εκατ. ευρώ, ενώ οι μακροπρόθεσμες εκτινάχθηκαν στα 13,5 εκατ. ευρώ ή 42% πάνω έναντι του προηγούμενου χρόνου.

Οι εταιρείες

* Η Diageo Hellas είναι η ελληνική θυγατρική του διεθνούς ομίλου που έχει παρουσία σε περίπου 180 χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι πωλήσεις της προέρχονται κατά 37% από τη Βόρεια Αμερική κατά 34% από την Ευρώπη και κατά 29% από τις υπόλοιπες περιοχές στις οποίες δηλώνει παρόν. Στην Ελλάδα στο οπλοστάσιο της εταιρείας περιλαμβάνονται σήματα όπως τα Guinness Archers, Cardhu, Johnnie Walker Red Label, Dimple, Jose Cuervo, Gordon's Gin, White Horse. Το 2003 οι πωλήσεις της έφτασαν τα 177,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα προ φόρου κέρδη διαμορφώθηκαν σε 9,66 εκατ. ευρώ.


* Στην αγορά έκτασης 11.273 τετραγωνικών μέτρων στον Αγιο Στέφανο Αττικής, δίπλα στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της, προχώρησε η Β. Σ. Καρούλιας ΑΒΕΕΠ. Η εταιρεία είναι θυγατρική της βρετανικής Berry Bros & Rudd και μία από τις μεγαλύτερες στην ελληνική αγορά. Το 2003 οι πωλήσεις της έφτασαν τα 132 εκατ. ευρώ αυξημένα κατά 2,74%, ενώ τα προ φόρου κέρδη της εκτινάχθηκαν στα 2,8 εκατ. ευρώ έναντι 2,24 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία διανέμει στην ελληνική αγορά τα Cutty Sark, Famous Grouse, Jack Daniel' s, Southern Comfort, Finlandia, Metaxa κ.ά., καθώς και το Ούζο Πλωμαρίου «Ισ. Αρβανίτου».

Η κίνηση αυτή έγινε επειδή η εταιρεία εκτιμά πως η ανάπτυξη στην ελληνική αγορά και η δραστηριοποίησή της σε νέες αγορές όπως η Κύπρος και ορισμένες βαλκανικές χώρες απαιτούν επενδύσεις.

Η Καρούλιας ανέλαβε τον Ιούλιο του 2004 και τη διανομή των κρασιών της εταιρείας «Κυρ. Γιάννης» (Γιανακοχώρι, Ραμνίστα, Σαμαρόπετρα, Παράγκα και Ακακίες).


* Η Bacardi Ελλάς Μονοπρόσωπη ΕΠΕ αύξησε οριακά το 2003 τις πωλήσεις της στο επίπεδο των 56 εκατ. ευρώ. Η μικρή αυτή άνοδος ωστόσο δε στάθηκε ικανή να συγκρατήσει την κερδοφορία της, η οποία και μειώθηκε σε 1,019 εκατ. ευρώ από 1,113 εκατ. ευρώ της οικονομικής χρήσης του 2002.


* Η Αμβυξ ανέλαβε στις αρχές Απριλίου τη διανομή του λικέρ Grant Μarnier. Η εταιρεία θεωρείται η μεγαλύτερη αμιγώς ελληνικών συμφερόντων στο χώρο της και διανύει το ογδοεικοστό έβδομο έτος της ιστορίας της. Ξεκίνησε ουσιαστικά το 1917 όταν ο Αλβέρτος Ρεβάχ ίδρυσε μία μικρή εμπορική - εισαγωγική εταιρεία στη Θεσσαλονίκη. Το 1976 η εταιρεία μπήκε σε μία νέα φάση της ζωής της, καθώς μετονομάστηκε σε Αμβυξ και πήρε τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Κύριοι μέτοχοι είναι ο Ισίδωρος Ρεβάχ, γιος του ιδρυτή, και ο Μωυσής Ναχμίας, ανιψιός του. Το 2003 παρουσιάσε τζίρο 53,4 εκατ. ευρώ και προ φόρου κέρδη 5,6 εκατ. ευρώ, ποσό σχεδόν διπλάσιο έναντι του 2002.

Το Grand Marnier δημιουργήθηκε το 1880 από τον Louis Alexandre Marnier-Lapostole. Σήμερα, σχεδόν 125 χρόνια μετά, το προϊόν εξακολουθεί να ανήκει στην ανεξάρτητη οικογενειακή επιχείρηση Societe des Produits Marnier-Lapostolle, πρόεδρος της οποίας είναι ο εγγονός του ιδρυτή της.


ΠΗΓΗ: Ηλεκτρονική εφημερίδα STATBANK A.E.

 

ON LINE Σύμβουλος/Επικαιρότητα


 


 

 

 



powered by HOTSoft.gr
ίντερνετ, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες